Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

outlaw (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

outlaw (en)

  1. προγράφω
  2. επικηρύσσω
  3. θέτω εκτός νόμου