Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

illicit (en)

  1. παράνομος (αντίθετος με το νόμο)
  2. παράνομος (αντίθετος με τα κοινωνικά ήθη)
  3. αθέμιτος
    illicit competition - αθέμιτος ανταγωνισμός