Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συνέλευσις συνελεύσει συνελεύσεις
Γενική συνελεύσεως συνελευσέοιν συνελεύσεων
Δοτική συνελεύσει συνελευσέοιν συνελεύσεσι(ν)
Αιτιατική συνέλευσιν συνελεύσει συνελεύσεις
Κλητική συνέλευσι συνελεύσει συνελεύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνέλευσις < (σύν) συν- + ἔλευσις < συνέρχομαι < θέμα ἐλεύσομαι, μέλλοντας του ἔρχομαι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: συνέλευση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνέλευσις θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. συνάντηση, συγκέντρωση
    1. συνουσία
    2. γάμος
  2. συνδυασμός πραγμάτων
  3. (γραμματική) συναίρεση ή κράση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία