Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνουσία οι συνουσίες
      γενική της συνουσίας των συνουσιών
    αιτιατική τη συνουσία τις συνουσίες
     κλητική συνουσία συνουσίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνουσία < αρχαία ελληνική συνουσία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνουσία θηλυκό

  1. η σεξουαλική πράξη, το γαμήσι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνουσία < συνοῦσα < σύνειμι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνουσία θηλυκό και ξυνουσίᾳ

  1. η κοινωνική συνεύρεση
  2. η παρέα, η συντροφιά