Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνουσιάζομαι < αρχαία ελληνική συνουσιάζω < συνουσία < συνοῦσα < σύνειμι < σύν + εἰμί

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.nu.si.ˈa.zɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνουσιάζομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία