Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνευρίσκομαι < συν- + ευρίσκομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνευρίσκομαι

  1. συναντιέμαι κοινωνικά με άλλους ανθρώπους
  2. (επίσημο) συμμετέχω σε σεξουαλική πράξη
    ο σύζυγος την συνέλαβε να συνευρίσκεται με τον εραστή της
    • (αλληλοπαθές)
      τους συνέλαβαν να συνευρίσκονται

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία