Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σεξουαλικός η σεξουαλική το σεξουαλικό
      γενική του σεξουαλικού της σεξουαλικής του σεξουαλικού
    αιτιατική τον σεξουαλικό τη σεξουαλική το σεξουαλικό
     κλητική σεξουαλικέ σεξουαλική σεξουαλικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σεξουαλικοί οι σεξουαλικές τα σεξουαλικά
      γενική των σεξουαλικών των σεξουαλικών των σεξουαλικών
    αιτιατική τους σεξουαλικούς τις σεξουαλικές τα σεξουαλικά
     κλητική σεξουαλικοί σεξουαλικές σεξουαλικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σεξουαλικός < γαλλική sexuel

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σεξουαλικός, -ή, -ό

  1. ο σχετικός με το φύλο, την αναπαραγωγή και τη γενετήσια πράξη
  2. ο ερωτικά ελκυστικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία