Arrows blue.png Δείτε επίσης: συντροφία, Συντροφία, συντρόφια

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συντροφιά συντροφιές
γενική συντροφιάς συντροφιών
αιτιατική συντροφιά συντροφιές
κλητική συντροφιά συντροφιές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντροφιά < ελληνιστική κοινή συντροφία < αρχαία ελληνική σύντροφος < σύν + τρέφω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική compagnie[1])

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sindɾɔˈfça/
συλλαβισμός: συ‐ντρο‐φιά
παλαιός συλλαβισμός: συν‐τρο‐φιά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συντροφιά θηλυκό

  1. συναναστροφή ανθρώπων για λόγους συμπαράστασης, βοήθειας, υποστήριξης, παρέας κ.λπ.
  2. η παραπάνω ομάδα ανθρώπων
     συνώνυμα: παρέα
  3. ομάδα ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα και αναζητήσεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

συντροφιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.