Δείτε επίσης: συντροφία, συντροφιά, συντρόφια

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Συντροφία οι Συντροφίες
      γενική της Συντροφίας των Συντροφιών
    αιτιατική τη Συντροφία τις Συντροφίες
     κλητική Συντροφία Συντροφίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Συντροφία < ελληνιστική κοινή συντροφία[1] ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική compagnie[1] [2])

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Συντροφία θηλυκό

  1. (παρωχημένο) (οικονομία) (ιστορία) συντεχνία ή αδελφότητα τεχνητών, σινάφι[3]
    δείτε τη λέξη συντροφία
  2. (παρωχημένο) (οικονομία) εμπορική εταιρεία ή σχήμα οικονομικής συνεργασίας

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  • Σία (για εταιρείες)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. 
  2. Συντροφία στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  3. Σκαρλάτος Βυζάντιος, Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, τόμ. Β΄ (Αθήνα: Τυπογραφία Ανδρέου Κορομηλά, 1852), σ. 1355.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία