Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραπάνω < μεσαιωνική ελληνική παραπάνω. Συγχρονικά αναλύεται σε παρα- + πάνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾaˈpa.nɔ/
ΔΦΑ : /ˈˈpa.ɾaˈpa.nɔ/ με έμφαση, προσδιορίζοντας τόπο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

παραπάνω

  1. πιο πάνω
    • σε ύψος
    • σε επίπεδο, προς το σημείο που θεωρείται πιο πάνω
      μένει δυο δρόμους παραπάνω
    • σε όγκο ή ποσότητα, επιπλέον
      είναι εκατό γραμμάρια παραπάνω, να το αφήσω;
  2. πιο πολλή ώρα
    ※  Στάθηκε εκεί σαν χαμένη, αποφασίζοντας να μείνει μισό λεπτό, μισό λεπτάκι μόνο, ούτε στιγμή παραπάνω. (Σώτη Τριανταφύλλου, Η φυγή)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (και) με το παραπάνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία