Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

further (en)

  1. περαιτέρω, επιπλέον, εξάλλου, επίσης
    until further notice
    Don't take it any further

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Χρησιμοποιούμε farther για φυσική απόσταση, ενώ further για μεταφορική απόσταση.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

  1. υποστηρίζω, προάγω, προωθώ
    We have to further the Greek economy.