Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύντροφος σύντροφοι
γενική συντρόφου συντρόφων
αιτιατική σύντροφο συντρόφους
κλητική σύντροφε σύντροφοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύντροφος <

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsin.dɾɔ.fɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύντροφος αρσενικό (θηλυκό: συντρόφισσα & (λόγιο) σύντροφος)

  1. που συζεί με κάποιον, που είναι μαζί με κάποιον
  2. σύζυγος, ταίρι
  3. συμπαραστάτης
  4. προσφώνηση μελών σοσιαλιστικών ή κομμουνιστικών κομμάτων
  5. (παρωχημένο) συνεταίρος (πβ. Συντροφία/Σία)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ σύντροφος τὸ σύντροφον οἱ, αἱ σύντροφοι τὰ σύντροφα
Γενική τοῦ, τῆς συντρόφου τοῦ συντρόφου τῶν συντρόφων τῶν συντρόφων
Δοτική τῷ, τῇ συντρόφῳ τῷ συντρόφῳ τοῖς, ταῖς συντρόφοις τοῖς συντρόφοις
Αιτιατική τὸν, τὴν σύντροφον τὸ σύντροφον τοὺς, τὰς συντρόφους τὰ σύντροφα
Κλητική σύντροφε σύντροφον σύντροφοι σύντροφα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική συντρόφω
Γενική-Δοτική συντρόφοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύντροφος < συντρέφω < συν + τρέφω

ὁ τρεφόμενος μαζί μέ κάποιον ἄλλον ἀπό τήν ἴδια τροφό

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σύντροφος, -ος, -ον

  1. που (ανα)τρέφεται μαζί με κάποιον
  2. που έχει μεγαλώσει μαζί
  3. σύζυγος
  4. οικείος
  5. κοινός, συνηθισμένος
  6. φυσικός, έμφυτος