Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η σύντροφος οι σύντροφοι
      γενική του/της
του
συντρόφου
σύντροφου
των συντρόφων
    αιτιατική τον/τη σύντροφο τους/τις
τους
συντρόφους
σύντροφους
     κλητική σύντροφε σύντροφοι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Δείτε και το συντρόφι.
Κατηγορία όπως «κάτοικος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύντροφος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική σύντροφος < σύν- + τρέφω[1]
(για ζώο) (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική compagnon
(προσφώνηση μέλους) (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική compagno

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsin.dɾo.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σύ‐ντρο‐φος
παλιότερος συλλαβισμός: σύν‐τρο‐φος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύντροφος αρσενικό ή θηλυκό (& θηλυκό συντρόφισσα)

  1. που συζεί με κάποιον, που είναι μαζί με κάποιον
  2. σύζυγος, ταίρι
  3. συμπαραστάτης
  4. (για ζώο) φίλος του ανθρώπου, που του κρατά συντροφιά
  5. (προσφώνηση) προσφώνηση μελών σοσιαλιστικών ή κομμουνιστικών κομμάτων
    θηλυκό: συντρόφισσα
     συνώνυμα: συντρόφι
  6. (παρωχημένο) συνεταίρος → δείτε τις λέξεις Συντροφία και Σία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / σύντροφος τὸ σύντροφον
      γενική τοῦ/τῆς συντρόφου τοῦ συντρόφου
      δοτική τῷ/τῇ συντρόφ τῷ συντρόφ
    αιτιατική τὸν/τὴν σύντροφον τὸ σύντροφον
     κλητική ! σύντροφε σύντροφον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ σύντροφοι τὰ σύντροφ
      γενική τῶν συντρόφων τῶν συντρόφων
      δοτική τοῖς/ταῖς συντρόφοις τοῖς συντρόφοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς συντρόφους τὰ σύντροφ
     κλητική ! σύντροφοι σύντροφ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συντρόφω τὼ συντρόφω
      γεν-δοτ τοῖν συντρόφοιν τοῖν συντρόφοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύντροφος < συντρέφω < σύν- + τρέφω τροφ- + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σύντροφος, -ος, -ον

  1. που (ανα)τρέφεται μαζί με κάποιον
  2. που έχει μεγαλώσει μαζί
  3. σύζυγος
  4. οικείος
  5. κοινός, συνηθισμένος
  6. φυσικός, έμφυτος

  ΠηγέςΕπεξεργασία