Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική φυσικός φυσική φυσικό
γενική φυσικού φυσικής φυσικού
αιτιατική φυσικό φυσική φυσικό
κλητική φυσικέ φυσική φυσικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυσικοί φυσικές φυσικά
γενική φυσικών φυσικών φυσικών
αιτιατική φυσικούς φυσικές φυσικά
κλητική φυσικοί φυσικές φυσικά


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φυσικός οι φυσικοί
      γενική του φυσικού των φυσικών
    αιτιατική τον φυσικό τους φυσικούς
     κλητική φυσικέ φυσικοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσικός < αρχ. ελλ. επίθετο φυσικός-ή-όν < φύσις < φύω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φυσικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τη φύση
  2. σχετικός με τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, ιδιαίτερα τη φυσική
  3. που προέρχεται από τη φύση
  4. που δεν παράγεται από τον άνθρωπο αλλά βρίσκεται σε αυτή τη μορφή στη φύση
     αντώνυμα: τεχνητός
  5. (για συγγένεια) βιολογικός, όχι εξ αγχιστείας
     αντώνυμα: θετός
  6. (μαθηματικά) αριθμός του συνόλου των ακεραίων (θετικός ή μη αρνητικός) δηλαδή του συνόλου   ή του συνόλου  
  7. (πληροφορική) physical: που δεν είναι εικονικός, που αναφέρεται στο υλικό (hardware)
    ※  Φυσικά, αν χαλάσει σε φυσικό επίπεδο ο δίσκος, όσα διαμερίσματα δίσκου και αν έχουμε δημιουργήσει, θα χαθούν όλα. Γι' αυτό είναι σημαντικό να έχουμε πάντοτε ενημερωμένο backup των αρχείων μας. [1]
    ※  Αν όμως έχετε ένα συμβατικό μαγνητικό δίσκο, το ότι διαγράψατε οριστικά ένα αρχείο δεν σημαίνει πως σβήστηκε σε φυσικό επίπεδο από την επιφάνειά του, και υπό προϋποθέσεις είναι δυνατόν να το επαναφέρετε στο ακέραιο. [2]
     αντώνυμα: λογικός

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • φυσική ιστορία: παλαιότερο μάθημα (για την εξέλιξη των φυτών ή των ζώων) και σημερινός όρος που αναφέρεται κυρίως στην εξέλιξη της φύσης και των ζώων του πλανήτη μας από την αρχή της ύπαρξης της γης μέχρι σήμερα
  • φυσική γεωγραφία: η γεωγραφία που ασχολείται κυρίως με τη μορφολογία της γης και των υδάτων της (σε αντιδιαστολή προς την ανθρωπογεωγραφία, την πολιτική γεωγραφία κ.α. κλάδους)
  • φυσικό πρόσωπο: κάθε ανθρώπινο πλάσμα, σε αντιδιαστολή προς το νομικό πρόσωπο
  • φυσικός αυτουργός: νομικός όρος για εκείνον που διέπραξε ένα αδίκημα αυτοπροσώπως ή ιδιοχείρως, σε αντιδιαστολή προς τον ηθικό αυτουργό ή τους συνεργούς και τους συνενόχους
  • φυσική αγωγή: το μάθημα της γυμναστικής
  • φυσική κατάσταση: η φόρμα ενός ατόμου, η κατάσταση του οργανισμού και του σώματός του
  • φυσική επιλογή: η διαδικασία με την οποία θεωρείται ότι βελτιώνεται ένα είδος καθώς εκείνη που επιλέγει ποιος θα επιβιώσει είναι η φύση και άρα επιζεί ο πιο ισχυρός ή ο πιο προσαρμοστικός ο οποίος και αναπαράγεται, σε αντίθεση με τον ασθενικό (κατά συνέπεια οι "επιλεγόμενοι" ισχυροί αποκτούν και περισσότερους απογόνους οπότε βελτιώνεται ο μέσος όρος του κάθε είδους)
  • φυσικό αέριο: καύσιμο αέριο που βρίσκεται σε κοιτάσματα, συχνά κοντά σε αντίστοιχα κοιτάσματα πετρελαίου
  • φυσική συνέπεια: κάτι που είναι λογικά αναμενόμενο σαν αποτέλεσμα ενός αιτίου
  • φυσικός θάνατος: από γηρατειά ή κάποια ασθένεια -σε αντιδιαστολή προς τον βίαιο θάνατο, εξαιτίας δυστυχήματος, φυσικής καταστροφής ή εγκλήματος
  • φυσικοί πόροι: οι φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας χώρας (ορυκτά κ.λπ.)
  • (δίκτυο υπολογιστών) φυσική διεύθυνση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυσικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. επιστήμονας του οποίου το αντικείμενο είναι η φυσική
  2. (ειδικότερα) καθηγητής ή καθηγήτρια φυσικής

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Ο αδόκιμος όρος φυσικού που χρησιμοποιούν (κυρίως τα παιδιά) για τη γυναίκα καθηγήτρια της φυσικής, με πληθυντικό φυσικούδες.

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Πώς Χωρίζω το Σκληρό Δίσκο σε Διαμερίσματα Δίσκου (Partition) , από pcsteps.gr. Δημοσίευση 2016-10-15. Προσπέλαση 2020-07-13.
  2. Επαναφορά αρχείων: Ο απόλυτος οδηγός για να σώσετε διαγραμμένα αρχεία, από pcsteps.gr. Δημοσίευση 2013-11-21. Προσπέλαση 2020-07-15.