Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστροφυσικός < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αστροφυσικός η αστροφυσική το αστροφυσικό
      γενική του αστροφυσικού της αστροφυσικής του αστροφυσικού
    αιτιατική τον αστροφυσικό την αστροφυσική το αστροφυσικό
     κλητική αστροφυσικέ αστροφυσική αστροφυσικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αστροφυσικοί οι αστροφυσικές τα αστροφυσικά
      γενική των αστροφυσικών των αστροφυσικών των αστροφυσικών
    αιτιατική τους αστροφυσικούς τις αστροφυσικές τα αστροφυσικά
     κλητική αστροφυσικοί αστροφυσικές αστροφυσικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

αστροφυσικός, -ή, -ό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αστροφυσικός οι αστροφυσικοί
      γενική του αστροφυσικού των αστροφυσικών
    αιτιατική τον αστροφυσικό τους αστροφυσικούς
     κλητική αστροφυσικέ αστροφυσικοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

αστροφυσικός αρσενικό ή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία