Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυσική -
γενική φυσικής -
αιτιατική φυσική -
κλητική φυσική -

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσική < ουσιαστικοποιημένο επίθετο, θηλυκό του φυσικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυσική θηλυκό

  1. η επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα και τους νόμους που τα διέπουν
    • (φιλοσοφία) η απόλυτη πίστη μόνο σε αυτήν (κοινό σε σύγχρονους φυσικούς)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

φυσική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία