Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

normal < λατινική normalis < norma

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

normal (en)

  1. κανονικός, σύμφωνος με κάποιους κανόνες
  2. κανονικός, συνηθισμένος, νορμάλ
  3. φυσιολογικός, υγιής
  4. φυσιολογικός, ομαλός, σύμφωνος με τις κοινωνικές αντιλήψεις ή προκαταλήψεις σχετικά με το τι είναι φυσιολογικό ή ομαλό
  5. Normal School: σχολή που εκπαιδεύει δασκάλους, διδασκαλείο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ήχος 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό normal normaux
θηλυκό normale normales

normal (fr)

  1. κανονικός

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

normal (ro)

  1. κανονικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

normal (ro)

  1. κανονικά