Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική φυσιολογικός φυσιολογική φυσιολογικό
γενική φυσιολογικού φυσιολογικής φυσιολογικού
αιτιατική φυσιολογικό φυσιολογική φυσιολογικό
κλητική φυσιολογικέ φυσιολογική φυσιολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυσιολογικοί φυσιολογικές φυσιολογικά
γενική φυσιολογικών φυσιολογικών φυσιολογικών
αιτιατική φυσιολογικούς φυσιολογικές φυσιολογικά
κλητική φυσιολογικοί φυσιολογικές φυσιολογικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσιολογικός < αρχαία ελληνική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fi.si.ɔ.lɔ.ˈɣi.kɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φυσιολογικός, ή, ό

  1. που ακολουθεί αυτό που συμβαίνει συνήθως στη φύση
    η θερμοκρασία κυμαίνεται σε φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα
     αντώνυμα: αφύσικος
  2. που αναφέρεται στην ομαλή λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού που δεν νοσεί
    η φυσιολογική θερμοκρασία για έναν άνθρωπο είναι γύρω στους 36,5 βαθμούς
  3. που κατά την υποκειμενική γνώμη του ομιλητή συμφωνεί με τη φύση, ομαλός
  4. αναμενόμενος, λογικός
    δεν είναι φυσιολογικό που έχει αργήσει τόσο πολύ
  5. σχετικός με τον ιατρικό κλάδο της φυσιολογίας
     αντώνυμα: παθολογικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία