Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παθολογικός παθολογική παθολογικό
γενική παθολογικού παθολογικής παθολογικού
αιτιατική παθολογικό παθολογική παθολογικό
κλητική παθολογικέ παθολογική παθολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παθολογικοί παθολογικές παθολογικά
γενική παθολογικών παθολογικών παθολογικών
αιτιατική παθολογικούς παθολογικές παθολογικά
κλητική παθολογικοί παθολογικές παθολογικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

παθολογικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παθολογικός

  1. που αναφέρεται στην παθολογία ενός ζωντανού οργανισμού
  2. που αποτελεί παρέκκλιση από την κανονική λειτουργία, είναι αποτέλεσμα ή ένδειξη μιας ασθένειας ή δυσλειτουργίας
  3. που κάνει κάτι αρνητικό καθ' έξη
    παθολογικός ψεύτης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία