Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

natural < παλαιά γαλλική natural < λατινική naturalis < natus < nascor

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

natural (en)

  1. φυσικός, όχι τεχνητός
  2. χωρίς προσμείξεις
  3. φυσιολογικός, κανονικός, αναμενόμενος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

natural (en)

  1. με ταλέντο, που ως προς μια ιδιότητά του γεννήθηκε με αυτήν, την εκδηλώνει αυθόρμητα, του "βγαίνει" φυσικά
  2. αυτόχθων



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

natural (es)



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

natural (pt), αρσενικό