Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γεννημένος η γεννημένη το γεννημένο
      γενική του γεννημένου της γεννημένης του γεννημένου
    αιτιατική τον γεννημένο τη γεννημένη το γεννημένο
     κλητική γεννημένε γεννημένη γεννημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γεννημένοι οι γεννημένες τα γεννημένα
      γενική των γεννημένων των γεννημένων των γεννημένων
    αιτιατική τους γεννημένους τις γεννημένες τα γεννημένα
     κλητική γεννημένοι γεννημένες γεννημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεννημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γεννάω και γεννώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

γεννημένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία