Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈstændəɹd/ και /ˈsteəndɚd/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

standard (en)

  1. καθιερωμένος
    ※  HTML is the standard markup language for web pages. [1]
    «η HTML είναι η καθιερωμένη γλώσσα σήμανσης για ιστοσελίδες.»
  2. πρότυπος
  3. τυποποιημένος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

standard (en)

  1. αρχέτυπος
  2. βάση, βάθρο
  3. πρότυπος
  4. καθιερωμένος
  5. κανονικός
  6. κίων, στύλος
  7. κλασσικός
  8. κοντός, κοντός σημαίας
  9. σταθερός
  10. στερεότυπος
  11. στήριγμα (μηχανής)
  12. υπόδειγμα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • standard στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) HTML Tutorial. Αρχειοθέτηση 2020-11-05. Πρόσβαση 2020-11-06.



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

standard 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
standard standards

standard (fr) αρσενικό



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

standard 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

standard (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

standard (ro)

  1. στάνταρ, συνηθισμένος