Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈstændəɹd/ και /ˈsteəndɚd/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

standard (en)

  1. αρχέτυπος
  2. βάση, βάθρο
  3. πρότυπος
  4. καθιερωμένος
  5. κανονικός
  6. κίων, στύλος
  7. κλασσικός
  8. κοντός, κοντός σημαίας
  9. σταθερός
  10. στερεότυπος
  11. στήριγμα (μηχανής)
  12. υπόδειγμα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • standard στην αγγλική Βικιπαίδεια  



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

standard 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
standard standards

standard (fr) αρσενικό



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

standard 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

standard (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

standard (ro)

  1. στάνταρ, συνηθισμένος