Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική τυποποιημένος τυποποιημένη τυποποιημένο
γενική τυποποιημένου τυποποιημένης τυποποιημένου
αιτιατική τυποποιημένο τυποποιημένη τυποποιημένο
κλητική τυποποιημένε τυποποιημένη τυποποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τυποποιημένοι τυποποιημένες τυποποιημένα
γενική τυποποιημένων τυποποιημένων τυποποιημένων
αιτιατική τυποποιημένους τυποποιημένες τυποποιημένα
κλητική τυποποιημένοι τυποποιημένες τυποποιημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυποποιημένος < → λείπει η ετυμολογία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

τυποποιημένος

  1. που έχει τυποποιηθεί
  2. ο στιλιζαρισμένος
  3. ο συμβατικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία