Αγγλικά (en) επεξεργασία

  Επίθετο επεξεργασία

παραθετικά
θετικός hard
συγκριτικός harder
υπερθετικός hardest

hard (en)

  1. δύσκολος, είναι δύσκολο να γίνει, να κατανοηθεί ή να απαντηθεί
    It is hard for me to concentrate in here.
    Μου είναι δύσκολο να συγκεντρωθώ εδώ μέσα.
    It is hard to describe the pain.
    Είναι δυσπερίγραπτος ο πόνος.
  2. σκληρός

Πολυλεκτικοί όροι επεξεργασία

Παράγωγα επεξεργασία

  Επίρρημα επεξεργασία

παραθετικά
θετικός hard
συγκριτικός harder
υπερθετικός hardest

hard (en)

  1. σκληρά, εντατικά, με κόπο, με μεγάλη προσπάθεια· με δυσκολία
    We must work very hard in order to reach their level.
    θα πρέπει να δουλέψουμε πολύ σκληρά για να φτάσουμε στο επίπεδό τους.
    I am working hard.
    Εργάζομαι σκληρά/εντατικά.
    hard-earned money - χρήματα που έχουν κερδηθεί με κόπο
  2. δυνατά, με μεγάλη δύναμη
    She hit him hard.
    Τον χτύπησε δυνατά.
    He slammed the door hard.
    Χτύπησε την πόρτα με δύναμη.
    He grabbed him hard.
    Τον έσφιξε με δύναμη.
  3. εντατικά, επίμονα, προσεκτικά και πλήρως
    I am thinking hard.
    Σκέφτομαι εντατικά.
    He looked long and hard at it.
    Το κοίταξε επίμονα.
  4. δυνατά, πολλά ή για πολύ καιρό
    It’s raining hard.
    Βρέχει δυνατά.

  Πηγές επεξεργασία