Δείτε επίσης: συμφωνώ, συμφωνῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύμφωνο τα σύμφωνα
      γενική του συμφώνου
σύμφωνου
των συμφώνων
    αιτιατική το σύμφωνο τα σύμφωνα
     κλητική σύμφωνο σύμφωνα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύμφωνο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύμφωνον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του αρχαίου σύμφωνος < σύν (σύμ-) + φων(ή) + -ος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsiɱ.fo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σύμ‐φω‐νο
παρώνυμο: συμφωνώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύμφωνο ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία, φωνητική) φθόγγος που παράγεται από το στένεμα ή τη φραγή του αέρα από τα φωνητικά όργανα
    Κάθε ανθρώπινη γλώσσα έχει τα δικά της σύμφωνα. Στα κοινά νέα ελληνικά υπάρχουν περίπου 27 σύμφωνα, ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης (αδιαμφισβήτα σύμφωνα ή και τα αλλόφωνα).
  2. (γραμματική, γράμμα) σύμβολο για συμφωνικό φθόγγο
    τα σύμφωνα του νεότερου ελληνικού αλφαβήτου είναι 17 κεφαλαία (Β, Γ, Δ, Ζ, Θ, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Π, Ρ, Σ, Τ, Φ, Χ, Ψ) και 18 πεζά (β, γ, δ, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, ξ, π, ρ, σ & ς, τ, φ, χ, ψ) Τα συμπλέγματά τους είναι 6 (μπ, ντ, γκ, γγ, τσ, τζ)
    τα κεφαλαία σύμφωνα του βασικού νεότερου λατινικού αλφαβήτου είναι 18 (B, C, D, F, G, J, K, L, M, N, P, Q, R, S, T, U, X, Z) και επιπλέον το W και το Υ
  3. (πολιτική) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών
    Σύμφωνο της Βαρσοβίας
    παραβιάζεται το σύμφωνο μη επιθέσεως

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

για τον φθόγγο:

και δείτε τη λέξη σύμφωνος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία