Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύμφωνο τα σύμφωνα
      γενική του συμφώνου των συμφώνων
    αιτιατική το σύμφωνο τα σύμφωνα
     κλητική σύμφωνο σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύμφωνο < αρχαία ελληνική σύμφωνον < ουδέτερο του σύμφωνος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύμφωνο ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία) φθόγγος που παράγεται από το στένεμα ή τη φραγή του αέρα από τα φωνητικά όργανα
  2. (πολιτική) συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

άηχα, διχειλικά, ηχηρά, κλειστά, μονοπαλλόμενα, οδοντικά, ουρανικά, προσεγγιστικά, προστριβόμενα, ρινικά, τριβόμενα, υπερωικά, φατνιακά, χειλοδοντικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία