Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμφωνώ < αρχαία ελληνική συμφωνῶ < σύμφωνος < συν + φωνή

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμφωνώ

  1. έχω την ίδια γνώμη
  2. καταλήγω με κάποιον άλλο σε συμφωνία πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, επιχειρηματική κ.λπ.
    ※  Μιλήσανε και τις λεπτομέρειες, τα λεφτά, συμφώνησαν σ' όλα. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
  3. βρίσκομαι σε αρμονία με κάτι άλλο
  4. (γραμματική) βρίσκομαι στο ίδιο γένος ή αριθμό ή πτώση ή πρόσωπο με άλλον όρο της πρότασης.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία