Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλλόφωνος < αρχαία ελληνική ἀλλόφωνος,η,ον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλλόφωνος, -η, -ο

  1. (γλωσσολογία) για φθόγγο που προφέρεται διαφορετικά από άλλους αλλά μαζί με αυτούς ανήκει στο ίδιο φώνημα (π.χ. το γάμα στη λέξη γάτα προφέρεται ως υπερωικό ενώ στη λέξη γέρος ως ουρανικό)
  2. που μιλά άλλη γλώσσα, αλλόγλωσσος, ετερόφωνος
    Σχολικές επιδόσεις αλλόφωνων μαθητών (τίτλος βιβλίου των Οδυσσέα Ευαγγέλου και Νεκταρίας Παλαιολόγου)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία