Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόπος κόποι
γενική κόπου κόπων
αιτιατική κόπο κόπους
κλητική κόπε κόποι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόπος < αρχαία ελληνική κόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόπος αρσενικό

  1. ο μόχθος, η κούραση.
    Ελπίζω το αποτέλεσμα της δουλειάς αυτής να δικαιώσει τον κόπο μου.
  2. (συνεκδοχικά) αμοιβή από εργασία.
    Δικαιωμά σου είναι να ξοδεύεις τον κόπο σου όπως θέλεις.

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αξίζει τον κόπο: τη λέμε για κάτι που είναι καλό να γίνει παρά τα μειονεκτήματα που πιθανώς ενέχει η πραγματοποίηση του.
  • κάνω τον κόπο, κάνω έναν κόπο, μπαίνω στον κόπο: εκτελώ μια εργασία, συνήθως όχι ευχάριστη.
Κάνε τον κόπο να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό.
  • τα αγαθά κόποις κτώνται: αρχαιοελληνική ρήση που σημαίνει ότι τα καλά πράγματα τα αποκτάς με κόπο.
  • τα αγαθά copies κτώνται: νεοελληνική παράφραση της παραπάνω ρήσης που σημαίνει ότι τα καλά πράγματα τα αποκτάς με το να αντιγράφεις τους άλλους (δηλαδή με το να χρησιμοποιείς τον κόπο των άλλων).
  • τζάμπα (ο) κόπος: τη λέμε για κάτι που έγινε ή γίνεται άδικά ή είναι μάταιο να γίνει.
Μην ασχολείσαι, είναι χαμένη υπόθεση. Τζάμπα κόπος!

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία