Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρότυπο πρότυπα
γενική προτύπου προτύπων
αιτιατική πρότυπο πρότυπα
κλητική πρότυπο πρότυπα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρότυπο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρότυπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρότυπο ουδέτερο

  1. αυτό που χρησιμεύει ως υπόδειγμα για αναπαραγωγή, για δημιουργία αντιγράφων
  2. οτιδήποτε λειτουργεί ως υπόδειγμα που το ακολουθούν άλλοι
  3. πρόσωπο του οποίου το παράδειγμα θέλει κάποιος να ακολουθήσει, να μιμηθεί
  4. (πληροφορική) έγγραφο με μελετημένη δομή και μορφοποίηση καθώς και κενά που πρέπει να συμπληρώσει ο χρήστης, όταν θέλει να δημιουργήσει ένα δικό του έγγραφο
  5. (βικισύνταξη) ειδικού τύπου σελίδα, η οποία όταν καλείται ενσωματώνει το περιεχόμενό της σε άλλες σελίδες. Λειτουργεί ως συνάρτηση που δέχεται παραμέτρους ώστε να μπορεί να εμφανίσει διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική : αντιπαραβολή προτύπων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία