Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

model (en)

  1. δημιουργώ ένα μοντέλο, μοντελοποιώ
    He was trying to model the stock markets (Προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα μοντέλο για το χρηματιστήριο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

model (en)

  1. το μοντέλο, το πρότυπο

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

(πληροφορική)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmɔdɛl/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

model (pl) αρσενικό

  1. το μοντέλο ως:

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία