Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωγράφος ζωγράφοι
γενική ζωγράφου ζωγράφων
αιτιατική ζωγράφο ζωγράφους
κλητική ζωγράφε ζωγράφοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωγράφος < αρχαία ελληνική ζωγράφος < ζωός + γράφω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζωγράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. καλλιτέχνης που ζωγραφίζει, ασχολείται με τη ζωγραφική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία