Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωγραφιά ζωγραφιές
γενική ζωγραφιάς ζωγραφιών
αιτιατική ζωγραφιά ζωγραφιές
κλητική ζωγραφιά ζωγραφιές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωγραφιά < μεσαιωνική ελληνική ζωγραφιά / ζωγραφία < αρχαία ελληνική ζωγραφία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζωγραφιά θηλυκό

  1. δημιουργική αναπαράσταση, φτιαγμένη με μολύβι ή χρώματα σε χαρτί, καμβά ή άλλο υλικό, που αναπαριστά μια εικόνα της πραγματικότητας ή κάτι το φανταστικό
  2. (μεταφορικά) κάτι που είναι όμορφο να το βλέπει κανείς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία