Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωγραφίζω < μεσαιωνική ελληνική ζωγραφίζω < αρχαία ελληνική ζωγραφ(έω, -ῶ) + -ίζω[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zɔ.ɣɾaˈfi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζωγραφίζω, αόρ.: ζωγράφισα, παθ.φωνή: ζωγραφίζομαι, π.αόρ.: ζωγραφίστηκα, μτχ.π.π.: ζωγραφισμένος

  1. σχεδιάζω γραμμές και/ή καλύπτω επιφάνειες με χρώματα, ώστε να δημιουργήσω μία ζωγραφική εικόνα, να αναπαραστήσω πρόσωπα ή πράγματα ή αφηρημένες εικόνες και να φέρω ένα αισθητικό αποτέλεσμα
  2. είμαι ζωγράφος
  3. (μεταφορικά, οικείο) εκτελώ με δεξιοτεχνία μια συγκεκριμένη εργασία
    Πολύ ωραίο κείμενο αυτό που έστειλες στο περιοδικό. Ζωγράφισες πάλι!
     συνώνυμα: γράφω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία