Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μοντέλο τα μοντέλα
      γενική του μοντέλου των μοντέλων
    αιτιατική το μοντέλο τα μοντέλα
     κλητική μοντέλο μοντέλα
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοντέλο < ιταλική modello

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μοντέλο ουδέτερο

  • οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως δείγμα για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο
     συνώνυμα: πρότυπο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία