Δείτε επίσης: δήγμα, δῆγμα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δείγμα τα δείγματα
      γενική του δείγματος των δειγμάτων
    αιτιατική το δείγμα τα δείγματα
     κλητική δείγμα δείγματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείγμα < δείχνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈði.ɣma/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δείγμα ουδέτερο

  1. μικρή ποσότητα υλικού που λαμβάνεται προκειμένου να εξεταστεί εργαστηριακά
  2. μικρός αριθμός ατόμων από έναν πληθυσμό που συμμετέχει σε μια στατιστική έρευνα
  3. ένα τεμάχιο προϊόντος που επιδεικνύεται σε αγοραστή για να σχηματίσει μια άποψη πριν αγοράσει

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (δεν υπάρχει) ούτε για δείγμα: δηλώνει ολοκληρωτική έλλειψη ενός αγαθού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία