Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιπροσωπευτικός η αντιπροσωπευτική το αντιπροσωπευτικό
      γενική του αντιπροσωπευτικού της αντιπροσωπευτικής του αντιπροσωπευτικού
    αιτιατική τον αντιπροσωπευτικό την αντιπροσωπευτική το αντιπροσωπευτικό
     κλητική αντιπροσωπευτικέ αντιπροσωπευτική αντιπροσωπευτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιπροσωπευτικοί οι αντιπροσωπευτικές τα αντιπροσωπευτικά
      γενική των αντιπροσωπευτικών των αντιπροσωπευτικών των αντιπροσωπευτικών
    αιτιατική τους αντιπροσωπευτικούς τις αντιπροσωπευτικές τα αντιπροσωπευτικά
     κλητική αντιπροσωπευτικοί αντιπροσωπευτικές αντιπροσωπευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιπροσωπευτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αντιπροσωπευτικός -ή -ό

  1. που λειτουργεί με τη μεσολάβηση αντιπροσώπων
    αντιπροσωπευτική δημοκρατία
  2. που αντιπροσωπεύει σωστά ένα σύνολο
    ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία