Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθηγητής καθηγητές
& καθηγητάδες
γενική καθηγητή
& καθηγητού*
καθηγητών
& καθηγητάδων
αιτιατική καθηγητή καθηγητές
& καθηγητάδες
κλητική καθηγητή
καθηγητά*
καθηγητές
& καθηγητάδες
*Οι δεύτεροι τύποι της γεν. και της κλ. εν. είναι λόγιοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθηγητής < ελληνιστική κοινή καθηγητής < καθηγέομαι < κατά + ἡγέομαι (οδηγώ, προηγούμαι και δείχνω το δρόμο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθηγητής αρσενικό, καθηγήτρια θηλυκό

  1. ο εκπαιδευτικός που διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
  2. ο εκπαιδευτικός που διδάσκει οποιοδήποτε επιστημονικό αντικείμενο σε ενήλικες σε ένα εκπαιδευτικό φορέα, εκπαιδευτικό ίδρυμα, οικοδοδιδασκαλείο, εκπαιδευτήριο, φροντιστήριο κ.λπ.
  3. ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ιδιαίτερα αυτός με βαθμίδα ανώτερη του λέκτορα (επίκουρος, αναπληρωτής, ομότιμος κ.λπ.)
  4. τίτλος γιατρών που απορρέει από την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, αποδίδεται όμως και σε διευθυντές κλινικών που μπορεί να μην έχουν πανεπιστημιακή θέση
    θέλω να με εξετάσει ο κύριος καθηγητής, όχι οι βοηθοί του
  5. (μεταφορικά) αυτός που είναι ειδικός σε κάτι, εξπέρ
    Αν ξέρει πόκερ ο Κώστας; Μα αυτός είναι καθηγητής!

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική καθηγητής τώ καθηγητά οἱ καθηγηταί
Γενική τοῦ καθηγητοῦ τοῖν καθηγηταῖν τῶν καθηγητῶν
Δοτική τῷ καθηγητ τοῖν καθηγηταῖν τοῖς καθηγηταῖς
Αιτιατική τόν καθηγητήν τώ καθηγητά τούς καθηγητάς
Κλητική (ὦ) καθηγητά (ὦ) καθηγητά (ὦ) καθηγηταί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθηγητής < καθηγέομαι < κατά + ἡγέομαι (οδηγώ, προηγούμαι και δείχνω το δρόμο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθηγητής αρσενικό και καθηγήτωρ αρσενικό, καθηγήτειρα θηλυκό

  • (μεταγενέστερη ελληνική )
  1. οδηγός
  2. δάσκαλος
    καὶ πλείονας παρ΄ Ἀριστοτέλους τοῦ καθηγητοῦ ἢ παρὰ Φιλίππου τοῦ πατρὸς ἀφορμὰς ἔχων διέβαινεν ἐπὶ Πέρσας (Πλούταρχος, Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης ἢ ἀρετῆς, 327e)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 722