Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζῆλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή[1] *ieh₂- (διώκω, εκδικούμαι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζῆλος αρσενικό (γενική: του ζήλου και αργότερα του ζήλεος)

  1. ζήλια, ανταγωνισμός
    ζῆλον γάμων ἔχουσα (ανταγωνισμός για το ποιος θα την παντρευόταν)
  2. ο ζήλος, το σφοδρό πάθος, η διακαής επιθυμία για διάκριση, υπεροχή
    ζῆλος περὶ τὰ στρατιωτικά
  3. η προσωποποίηση της ανάγκης για νίκη, για υπεροχή, ως αδελφός της Βίας, του Κράτους και της Νίκης (Ησίοδος)
  4. η δόξα και η χαρά που τη συνοδεύει

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. , σελ. 500, λήμμα: ζῆλος