Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζηλεύω < αρχαία ελληνική ζηλεύω < ζηλόω-ῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /zi.ˈlɛ.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζηλεύω

  1. διακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο
    ο άντρας της τη ζηλεύει τόσο πολύ, που παύει να είναι κολακευτικό και γίνεται ενοχλητικό
  2. ανταγωνίζομαι διαρκώς κάποιον και επιθυμώ να πετύχω ή να έχω ό,τι κι αυτός
    είναι πολύ συνηθισμένο τα αδέλφια να ζηλεύουν το ένα το άλλο
  3. επιθυμώ, νιώθω την παρόρμηση να αποκτήσω κάτι που μου αρέσει πολύ
    είδα στη βιτρίνα ένα ωραίο ρούχο και το ζήλεψα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία