Δείτε επίσης: ζηλῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζηλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζηλῶ, συνηρημένος τύπος του ζηλόω < ζῆλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yeh₂-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ziˈlo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζη‐λώ
τονικό παρώνυμο: ζήλο

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζηλώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία