Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ζηλόφθονος η ζηλόφθονη το ζηλόφθονο
      γενική του ζηλόφθονου της ζηλόφθονης του ζηλόφθονου
    αιτιατική τον ζηλόφθονο τη ζηλόφθονη το ζηλόφθονο
     κλητική ζηλόφθονε ζηλόφθονη ζηλόφθονο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ζηλόφθονοι οι ζηλόφθονες τα ζηλόφθονα
      γενική των ζηλόφθονων των ζηλόφθονων των ζηλόφθονων
    αιτιατική τους ζηλόφθονους τις ζηλόφθονες τα ζηλόφθονα
     κλητική ζηλόφθονοι ζηλόφθονες ζηλόφθονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζηλόφθονος < ζήλ(ος) + -ό- + φθόν(ος) + κατάληξη επιθέτων -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζηλόφθονος, -η, ο

  • που νιώθει ζήλια και φθόνο για την επιτυχία των άλλων
    ※  Άσπλαχνοι και ζηλόφθονοι θεοί, σ' αυτό είστε πρώτοι
    Δημήτρης Μαρωνίτης, μετάφραση της Οδύσσειας του Ομήρου, @greek-language.gr ραψωδία ε (5η), στίχος 118: «Σχέτλιοί ἐστε, θεοί, ζηλήμονες ἔξοχον ἄλλων»

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία