Δείτε επίσης: άμυλο, άμυλα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άμιλλα οι άμιλλες
      γενική της άμιλλας των αμιλλών
    αιτιατική την άμιλλα τις άμιλλες
     κλητική άμιλλα άμιλλες
Ο πληθυντικός είναι δύσχρηστος
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμιλλα < αρχαία ελληνική ἅμιλλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άμιλλα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία