Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζήλωσις < ζηλόω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζήλωσις θηλυκό

  1. ζήλια
  2. μίμηση
  3. επιδίωξη με ζήλο