Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζητέω < θεωρείται ομόρριζο των δίζημαι, ζῆλος, δίω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζητέω -ζητῶ

  1. αναζητώ, ερευνώ, εξετάζω, ρωτώ σχετικά με κάτι
    ζητῶ καὶ ἐρευνῶ κατὰ τὸν θεὸν καὶ τῶν ἀστῶν καὶ ξένων ἄν τινα οἴωμαι σοφὸν εἶναι
    ... φήνειεν τὸ ζητούμενον, μένουσι δὲ δῆλον οὐδέν. (ισως φτάσουμε στο ζητούμενο, αλλιώς αν μείνουμε άπραγοι, τίποτα δεν θα φανερωθεί)
  2. ψάχνω, ιχνηλατώ, ανιχνεύω
    λαγῶ ἀπειρηκότα ζητεῖν
  3. ζητώ, απαιτώ, επιθυμώ, έχω την ανάγκη, βρίσκομαι στην ανάγκη να ζητήσω
    τῶν πράξεων παρὰ τοῦ στρατηγοῦ τὸν λόγον ζητοῦντες (απαιτώντας να σας δώσει λογαριασμό για τις πράξεις του ο στρατηγός -Δημοσθένης)
    ἵνα μὴ ζητέοιεν σιτία (για να μην τους λείψουν -Ηρόδοτος)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία