Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ομόρριζος η ομόρριζη το ομόρριζο
      γενική του ομόρριζου της ομόρριζης του ομόρριζου
    αιτιατική τον ομόρριζο την ομόρριζη το ομόρριζο
     κλητική ομόρριζε ομόρριζη ομόρριζο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ομόρριζοι οι ομόρριζες τα ομόρριζα
      γενική των ομόρριζων των ομόρριζων των ομόρριζων
    αιτιατική τους ομόρριζους τις ομόρριζες τα ομόρριζα
     κλητική ομόρριζοι ομόρριζες ομόρριζα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομόρριζος < λόγια λέξη από τα ὁμός ή ὁμοῦ + ρίζα (κατ' αναλογία προς την αρχαία ελληνική βαθύρριζος και ὁμόσπλαγχνος, ὁμόφυτος κ.λπ.)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ομόρριζος,η,ο

  1. το φυτό που βγήκε από τις ίδιες ρίζες με ένα άλλο
    Μην το τραβήξεις δυνατά, πρέπει να χωρίσουμε τις ρίζες, γιατί μοιάζει να φύτρωσε δίπλα στο άλλο, αλλά είναι ομόρριζο
  2. (μεταφορικά) εκείνος που έχει ίδια καταγωγή, ίδιες ρίζες με άλλον, με την ευρύτερη έννοια,
  3. ως ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο

γραμμ. εκείνο που ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων, έχει κοινή ρίζα, θέμα, ίδια προέλευση.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία