Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαιτώ < αρχαία ελληνική ἀπαιτῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

απαιτώ, παθητικό: απαιτούμαι, παθητική μετοχή ενεστώτα: απαιτούμενος

  1. ζητώ κάτι επιτακτικά, επειδή έχω την εξουσία προς τούτο ή επειδή το θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμά μου
    οι γονείς συχνά απαιτούν υπερβολικά πολλά από τα παιδιά τους
    δεν επαιτούμε αυξήσεις, απαιτούμε
  2. χρειάζομαι οπωσδήποτε κάτι για να λειτουργήσω καλά
    τα καινούρια προγράμματα απαιτούν τις περισσότερες φορές ταχύτερους υπολογιστές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία