Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρειάζομαι < μεταγενέστερη ελληνική < αρχαία ελληνική χρεία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xɾi.ˈa.zɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

χρειάζομαι

  1. (μεταβατικό) έχω ανάγκη (κάτι ή κάποιον)
    χρειάζομαι χρήματα
  2. είμαι αναγκαίος σε κάποιον ή κάτι
    χρειάζονται χρήματα γι' αυτή τη δουλειά
  3. (απρόσωπο) είναι ανάγκη
    τι χρειάζεται να ξέρω για το διαδίκτυο;

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία