Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αχρείαστος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αχρείαστος

  1. που δεν είναι αναγκαίος ή χρήσιμος
  2. (κυρίως σε εκφράσεις όπως: αχρείαστος να 'ναι) που ευχόμαστε να μη μας χρειαστεί
    δεν παίρνεις καλού κακού και κάνα φράγκο μαζί σου; Αχρείαστο να 'ναι...

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία