Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χρήσιμος χρήσιμη χρήσιμο
γενική χρήσιμου χρήσιμης χρήσιμου
αιτιατική χρήσιμο χρήσιμη χρήσιμο
κλητική χρήσιμε χρήσιμη χρήσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρήσιμοι χρήσιμες χρήσιμα
γενική χρήσιμων χρήσιμων χρήσιμων
αιτιατική χρήσιμους χρήσιμες χρήσιμα
κλητική χρήσιμοι χρήσιμες χρήσιμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρήσιμος < αρχαία ελληνική χρήσιμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρήσιμος, -η, -ο

  1. που έχει κάποια πρακτική χρήση, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς για κάποιο σκοπό
  2. που αναμένεται να φέρει κάποια ωφέλεια, ωφέλιμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρήσιμος < χράομαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρήσιμος, η, ον θηλυκό

  1. ωφέλιμος, που κάποιος τον χρησιμοποιεί συχνά
  2. (για νόμισμα) που είναι σε χρήση, που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές
  3. (για διαθήκη) έγκυρος