Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρειώδης < αρχαία ελληνική χρειώδης (χρήσιμος, αναγκαίος) < χρεῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χρειώδης

  1. ο απαραίτητος, πιο συνηθισμένο στον ουσιαστικοποιημένο πληθυντικό του ουδετέρου, τα χρειώδη, τα απαραίτητα, τα προς το ζην
    ο μέσος Ελληνας στερείται πολλά και μεγάλη μερίδα του πληθυσμού στερείται και τα χρειώδη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία