Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φροντιστήριο τα φροντιστήρια
      γενική του φροντιστήριου
φροντιστηρίου
των φροντιστήριων
φροντιστηρίων
    αιτιατική το φροντιστήριο τα φροντιστήρια
     κλητική φροντιστήριο φροντιστήρια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φροντιστήριο < αρχαία ελληνική φροντιστήριον < φροντιστής + -τήριον ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική tutorial)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φροντιστήριο ουδέτερο

  1. (γενικότερα, σπάνιο) χώρος μελέτης, σπουδαστήριο
  2. επιπλέον διδακτικές ώρες μαθημάτων/συμπληρωματική διδασκαλία (συνήθως επί πληρωμή) για την ενίσχυση ή προετοιμασία μαθητών/σπουδαστών σε διάφορους τομείς (κατά άτομο και στο σπίτι, λέγονται ιδιαίτερα)
  3. ο χώρος και η επιχείρηση στον οποίο γίνονται ειδικά ενισχυτικά μαθήματα σε ομάδες μαθητών ή σπουδαστών
    Δεν μπορώ να έρθω πριν από τις 7 γιατί 5 με 6.30 έχω φροντιστήριο
    φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης, πανεπιστημιακό φροντιστήριο
  4. συμπληρωματικά των βασικών παραδόσεων μαθήματα σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές, όπου γίνονται ασκήσεις, πρακτικές εφαρμογές, δίνονται απαντήσεις σε απορίες γύρω από διάφορα ζητήματα κ.λπ.
  5. (παρωχημένο) χώρος φύλαξης ή αποθήκευσης, το γραφείο του φροντιστή (λ.χ. στο στρατό, στο θέατρο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία